die Aufsicht

Ορισμός και σημασία του "aufsicht"στα γερμανικά

Die Aufsicht
[gender: feminine]
01

επίβλεψη, εποπτεία

Die Kontrolle oder Überwachung von Personen oder Prozessen
die Aufsicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aufsicht
Παραδείγματα
Die Aufsicht war streng während der Prüfung.
Η επίβλεψη ήταν αυστηρή κατά τη διάρκεια της εξέτασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store