Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aufsicht
[gender: feminine]
01
επίβλεψη, εποπτεία
Die Kontrolle oder Überwachung von Personen oder Prozessen
Παραδείγματα
Die Aufsicht war streng während der Prüfung.
Η επίβλεψη ήταν αυστηρή κατά τη διάρκεια της εξέτασης.


























