Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auftreten
01
εμφανίζομαι, παίζω
Künstlerisch performen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
treten
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
trete auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
tritt auf
ενεστώτα μετοχή
auftretend
απλός αόριστος
trat auf
παθητική μετοχή
aufgetreten
Παραδείγματα
Der Comedian tritt heute Abend im Comedy-Club auf.
Ο κωμικός παρουσιάζεται απόψε στο κλαμπ κωμωδίας.



























