auftreten
Pronunciation
/ˈaʊ̯ftʀeːtn̩/

Ορισμός και σημασία του "auftreten"στα γερμανικά

auftreten
01

εμφανίζομαι, παίζω

Künstlerisch performen
auftreten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
treten
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
trete auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
tritt auf
ενεστώτα μετοχή
auftretend
απλός αόριστος
trat auf
παθητική μετοχή
aufgetreten
Παραδείγματα
Der Comedian tritt heute Abend im Comedy-Club auf.
Ο κωμικός παρουσιάζεται απόψε στο κλαμπ κωμωδίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store