Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auftanken
01
den Treibstoffvorrat eines Fahrzeugs durch Tanken auffüllen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Wir müssen vor der Weiterfahrt noch auftanken.



























