Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auftrag
[gender: masculine]
01
παραγγελία, εντολή
Eine Bestellung für eine Ware oder Dienstleistung
Παραδείγματα
Der Auftrag ist unterwegs.
Η παραγγελία είναι καθ' οδόν.
02
αποστολή, εργασία
Eine Anweisung oder Aufgabe, die jemand ausführen soll
Παραδείγματα
Sie führt ihren Auftrag mit großer Sorgfalt aus.
Εκτελεί την αποστολή της με μεγάλη προσοχή.


























