Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Auftrag
01
παραγγελία, εντολή
Eine Bestellung für eine Ware oder Dienstleistung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Aufträge
γενική πτώση
Auftrag(e)s
Παραδείγματα
Der Kunde hat einen Auftrag über 100 Bücher gegeben.
Ο πελάτης έκανε μια παραγγελία για 100 βιβλία.
02
αποστολή, εργασία
Eine Anweisung oder Aufgabe, die jemand ausführen soll
Παραδείγματα
Ich habe den Auftrag bekommen, den Bericht zu schreiben.
Έλαβα την αποστολή να γράψω την αναφορά.
LanGeek



























