Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufstieg
[gender: masculine]
01
προαγωγή, ανέλιξη
Eine bessere Stelle oder Position
Παραδείγματα
Der Aufstieg war schwer.
Η προαγωγή ήταν δύσκολη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προαγωγή, ανέλιξη