Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufstehen
01
σηκώνομαι, ξυπνάω
Sich aus liegender Position erheben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
stehe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
steht auf
ενεστώτα μετοχή
aufstehend
απλός αόριστος
stand auf
παθητική μετοχή
aufgestanden
Παραδείγματα
Er steht schnell auf.
Σηκώνεται γρήγορα.
Λεξικό Δέντρο
aufstehen
auf
stehen



























