aufstehen
aufstehen
aʊ̯fʃte:ən
awfshteēn
aufgehenaufdrehenaufsteigenaufsuchen

Ορισμός και σημασία του "aufstehen"στα γερμανικά

aufstehen
01

σηκώνομαι, ξυπνάω

Sich aus liegender Position erheben 
aufstehen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
stehen
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
stehe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
steht auf
ενεστώτα μετοχή
aufstehend
απλός αόριστος
stand auf
παθητική μετοχή
aufgestanden
Παραδείγματα
Ich stehe um 7 Uhr auf. 

Σηκώνομαι στις 7 η ώρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store