aufhören
Pronunciation
/ˈaʊ̯fhøːʀən/

Ορισμός και σημασία του "aufhören"στα γερμανικά

aufhören
01

σταματώ, παύω

Eine Tätigkeit beenden
aufhören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
höre auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
hört auf
ενεστώτα μετοχή
aufhörend
απλός αόριστος
hörte auf
παθητική μετοχή
aufgehört
Παραδείγματα
Er hat mit dem Training aufgehört.
Σταμάτησε την προπόνηση.
02

σταματώ, τελειώνω

Aufhören zu existieren oder weiterzugehen
Παραδείγματα
Der Streit hörte plötzlich auf.
Η διαμάχη ξαφνικά σταμάτησε.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store