aufren
auf
aʊf
awf
hø:
heu
ren
ʁən
rēn
aufhebenaufhabenaufholen

Ορισμός και σημασία του "aufhören"στα γερμανικά

aufhören
01

σταματώ, παύω

Eine Tätigkeit beenden 
aufhören definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
höre auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
hört auf
ενεστώτα μετοχή
aufhörend
απλός αόριστος
hörte auf
παθητική μετοχή
aufgehört
Παραδείγματα
Ich höre mit dem Rauchen auf. 

Σταματώ το κάπνισμα.

02

σταματώ, τελειώνω

Aufhören zu existieren oder weiterzugehen 
Παραδείγματα
Der Regen hört bald auf. 

Η βροχή θα σταματήσει σύντομα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store