Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufhören
01
σταματώ, παύω
Eine Tätigkeit beenden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
hören
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
höre auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
hört auf
ενεστώτα μετοχή
aufhörend
απλός αόριστος
hörte auf
παθητική μετοχή
aufgehört
Παραδείγματα
Ich höre mit dem Rauchen auf.
Σταματώ το κάπνισμα.
02
σταματώ, τελειώνω
Aufhören zu existieren oder weiterzugehen
Παραδείγματα
Der Regen hört bald auf.
Η βροχή θα σταματήσει σύντομα.



























