die Aufgabe
Pronunciation
/ˈaʊ̯fɡaːbə/

Ορισμός και σημασία του "aufgabe"στα γερμανικά

01

εργασία, αποστολή

Etwas das man machen muss
die Aufgabe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aufgabe
πληθυντικός τύπος
Aufgaben
Παραδείγματα
Vergiss deine Aufgaben nicht!
Μην ξεχάσεις τις εργασίες σου!
02

καθήκον, υποχρέωση

Eine Pflicht oder Verantwortung
die Aufgabe definition and meaning
Παραδείγματα
Wir teilen die Aufgaben.
Μοιραζόμαστε τις εργασίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store