die aufgabe
aufgabe
aʊ̯fga:bə
awfgabē
ausgabe

Ορισμός και σημασία του "aufgabe"στα γερμανικά

01

εργασία, αποστολή

Etwas das man machen muss 
die Aufgabe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aufgabe
πληθυντικός τύπος
Aufgaben
Παραδείγματα
Die Aufgabe ist einfach. 

Η εργασία είναι απλή.

02

καθήκον, υποχρέωση

Eine Pflicht oder Verantwortung 
die Aufgabe definition and meaning
Παραδείγματα
Das ist meine Aufgabe. 

Αυτή είναι η δουλειά μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store