Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auffällig
01
εμφανής, επιδεικτικός
Ungewöhnlich oder besonders und daher Aufmerksamkeit erregend
Παραδείγματα
Das Hotel fiel durch seine auffällige Glasfassade auf.
Το ξενοδοχείο ξεχώριζε με την επιδεικτική γυάλινη πρόσοψή του.


























