aufllig
auf
ˈaʊf
awf
fe
llig
lɪk
lik

Ορισμός και σημασία του "auffällig"στα γερμανικά

auffällig
01

εμφανής, επιδεικτικός

Ungewöhnlich oder besonders und daher Aufmerksamkeit erregend 
auffällig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am auffälligsten
συγκριτικός βαθμός
auffälliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Erscheinung, Verhalten, Wahrnehmung
Παραδείγματα
Sie trug ein auffälliges rotes Kleid zur Party. 

Φόρεσε ένα επιδεικτικό κόκκινο φόρεμα στο πάρτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store