auffällig
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌfɛlɪç/

Ορισμός και σημασία του "auffällig"στα γερμανικά

auffällig
01

εμφανής, επιδεικτικός

Ungewöhnlich oder besonders und daher Aufmerksamkeit erregend
auffällig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am auffälligsten
συγκριτικός βαθμός
auffälliger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Hotel fiel durch seine auffällige Glasfassade auf.
Το ξενοδοχείο ξεχώριζε με την επιδεικτική γυάλινη πρόσοψή του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store