auffordern
Pronunciation
/ˈaufˌfɔʁdɐn/

Ορισμός και σημασία του "auffordern"στα γερμανικά

auffordern
01

ζητώ, προσκαλώ

Jemanden höflich oder offiziell bitten, etwas zu tun
auffordern definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
fordern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fordere auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
fordert auf
ενεστώτα μετοχή
auffordernd
απλός αόριστος
forderte auf
παθητική μετοχή
aufgefordert
Παραδείγματα
Der Brief fordert mich zur Stellungnahme auf.
Η επιστολή ζητά να κάνω δήλωση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store