Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
auffordern
01
ζητώ, προσκαλώ
Jemanden höflich oder offiziell bitten, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
fordern
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
fordere auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
fordert auf
ενεστώτα μετοχή
auffordernd
απλός αόριστος
forderte auf
παθητική μετοχή
aufgefordert
Παραδείγματα
Der Brief fordert mich zur Stellungnahme auf.
Η επιστολή ζητά να κάνω δήλωση.



























