der aufbruch
auf
aʊf
awf
bruch
bʁʊx
brookh
ausbruch

Ορισμός και σημασία του "aufbruch"στα γερμανικά

01

αναχώρηση, αρχή

Der Beginn einer Reise oder einer neuen Phase 
der Aufbruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Aufbrüche
γενική πτώση
Aufbruch(e)s
Παραδείγματα
Der Aufbruch zur Expedition erfolgt bei Sonnenaufgang. 

Η αναχώρηση για την αποστολή γίνεται κατά την ανατολή του ηλίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store