Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufbruch
01
αναχώρηση, αρχή
Der Beginn einer Reise oder einer neuen Phase
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Aufbrüche
γενική πτώση
Aufbruch(e)s
Παραδείγματα
Der Aufbruch zur Expedition erfolgt bei Sonnenaufgang.
Η αναχώρηση για την αποστολή γίνεται κατά την ανατολή του ηλίου.
LanGeek



























