aufdrücken
aufdrücken
aʊ̯fdʁʏkng
awfdrukng
aufrückenausdrückenaufdecken

Ορισμός και σημασία του "aufdrücken"στα γερμανικά

aufdrücken
01

πιέζω, ασκώ πίεση

Mit Druck auf etwas pressen oder etwas durch Druck befestigen 
aufdrücken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
drücken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt auf
ενεστώτα μετοχή
aufdrückend
απλός αόριστος
drückte auf
παθητική μετοχή
aufgedrückt
Παραδείγματα
Sie drückte ihren Fingerabdruck auf das Papier. 

Αυτή πίεσε το δακτυλικό της αποτύπωμα στο χαρτί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store