aufdrücken
Pronunciation
/ˈaʊfdrˌʏkən/

Ορισμός και σημασία του "aufdrücken"στα γερμανικά

aufdrücken
[past form: drückte auf]
01

πιέζω, ασκώ πίεση

Mit Druck auf etwas pressen oder etwas durch Druck befestigen
aufdrücken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
drücken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt auf
ενεστώτα μετοχή
aufdrückend
απλός αόριστος
drückte auf
παθητική μετοχή
aufgedrückt
Παραδείγματα
Der Dieb drückte seine Handfläche gegen die Tür.
Ο κλέφτης πίεσε την παλάμη του στην πόρτα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store