Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufdrücken
01
πιέζω, ασκώ πίεση
Mit Druck auf etwas pressen oder etwas durch Druck befestigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
drücken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt auf
ενεστώτα μετοχή
aufdrückend
απλός αόριστος
drückte auf
παθητική μετοχή
aufgedrückt
Παραδείγματα
Der Dieb drückte seine Handfläche gegen die Tür.
Ο κλέφτης πίεσε την παλάμη του στην πόρτα.



























