Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Aufbau
[gender: masculine]
01
κατασκευή, οργάνωση
Das Organisieren oder Errichten von etwas; wie etwas zusammengesetzt ist
Παραδείγματα
Der Aufbau eines guten Teams ist wichtig für den Erfolg.
Η κατασκευή μιας καλής ομάδας είναι σημαντική για την επιτυχία.


























