Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anwesend
01
παρών, υπάρχων
In einem bestimmten Ort oder einer Veranstaltung physisch gegenwärtig
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am anwesendsten
συγκριτικός βαθμός
anwesender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Präsenz, Teilnahme, Veranstaltung
Παραδείγματα
Alle Schüler sind heute im Unterricht anwesend.
Όλοι οι μαθητές είναι παρόντες στο μάθημα σήμερα.
LanGeek



























