Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sich anziehen
01
φοράω, ντύνω
Kleidung auf den Körper machen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
ziehen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
ziehe an
γ΄ ενικό πρόσωπο
zieht an
ενεστώτα μετοχή
anziehend
απλός αόριστος
zog an
παθητική μετοχή
angezogen
Παραδείγματα
Die Kinder ziehen ihre Schuhe an.
Τα παιδιά φοράνε τα παπούτσια τους.
02
προσελκύω, γοητεύω
Etwas macht, dass etwas näher kommt
Παραδείγματα
Werbung soll Kunden anziehen.
Η διαφήμιση πρέπει να προσελκύει πελάτες.



























