Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anrechnen
01
αναγνωρίζω, εκτιμώ
Jemandem eine positive Handlung oder Eigenschaft bewusst anerkennen und wertschätzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
rechnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rechne an
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechnet an
ενεστώτα μετοχή
anrechnend
απλός αόριστος
rechnete an
παθητική μετοχή
angerechnet
Παραδείγματα
Ich rechne es ihr hoch an, dass sie immer pünktlich ist.
Την εκτιμώ πολύ που είναι πάντα στην ώρα της.
02
λαμβάνω υπόψη, εκτιμώ
Etwas oder jemanden als wertvoll oder beachtenswert betrachten
Παραδείγματα
Wir rechnen seine Ehrlichkeit als große Stärke an.
Θεωρούμε την ειλικρίνειά του ως μεγάλη δύναμη.



























