Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anrechnen
01
αναγνωρίζω, εκτιμώ
Jemandem eine positive Handlung oder Eigenschaft bewusst anerkennen und wertschätzen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
rechnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
rechne an
γ΄ ενικό πρόσωπο
rechnet an
ενεστώτα μετοχή
anrechnend
απλός αόριστος
rechnete an
παθητική μετοχή
angerechnet
Παραδείγματα
Der Chef rechnete ihm seinen Einsatz an.
Ο προϊστάμενος αναγνώρισε την αφοσίωσή του.
02
λαμβάνω υπόψη, εκτιμώ
Etwas oder jemanden als wertvoll oder beachtenswert betrachten
Παραδείγματα
Man rechnet seine Geduld als entscheidende Tugend an.
Η υπομονή του θεωρείται αποφασιστική αρετή.



























