Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ankreuzen
01
σημειώνω, βάζω σταυρό
Ein Kästchen oder eine Option mit einem Kreuz markieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
kreuzen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
kreuze an
γ΄ ενικό πρόσωπο
kreuzt an
ενεστώτα μετοχή
ankreuzend
απλός αόριστος
kreuzte an
παθητική μετοχή
angekreuzt
Παραδείγματα
Er hat das falsche Feld angekreuzt.
Αυτός σήμανε το λάθος κουτί.



























