Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anklicken
01
κλικ, κάνε κλικ
Mit der Maus auf etwas drücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
klicken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klicke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
klickt an
ενεστώτα μετοχή
anklickend
απλός αόριστος
klickte an
παθητική μετοχή
angeklickt
Παραδείγματα
Wir müssen hier anklicken.
Πρέπει να κάνουμε κλικ εδώ.



























