anklicken
anklicken
anklɪkng
anklikng
anblicken

Ορισμός και σημασία του "anklicken"στα γερμανικά

anklicken
01

κλικ, κάνε κλικ

Mit der Maus auf etwas drücken 
anklicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
klicken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klicke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
klickt an
ενεστώτα μετοχή
anklickend
απλός αόριστος
klickte an
παθητική μετοχή
angeklickt
Παραδείγματα
Klicke den Button an! 

Κάντε κλικ στο κουμπί !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store