anklicken
Pronunciation
/ˈanklɪkn/

Ορισμός και σημασία του "anklicken"στα γερμανικά

anklicken
01

κλικ, κάνε κλικ

Mit der Maus auf etwas drücken
anklicken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
klicken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klicke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
klickt an
ενεστώτα μετοχή
anklickend
απλός αόριστος
klickte an
παθητική μετοχή
angeklickt
Παραδείγματα
Wir müssen hier anklicken.
Πρέπει να κάνουμε κλικ εδώ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store