Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anklagen
01
κατηγορώ, εγκαλώ
Jemanden offiziell eines Verbrechens oder Fehlverhaltens zu beschuldigen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
klagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klage an
γ΄ ενικό πρόσωπο
klagt an
ενεστώτα μετοχή
anklagend
απλός αόριστος
klagte an
παθητική μετοχή
angeklagt
Παραδείγματα
Viele Menschen klagen Korruption an.
Πολλοί άνθρωποι κατηγορούν τη διαφθορά.



























