anklagen
Pronunciation
/ˈanˌklaːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "anklagen"στα γερμανικά

anklagen
01

κατηγορώ, εγκαλώ

Jemanden offiziell eines Verbrechens oder Fehlverhaltens zu beschuldigen
anklagen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
klagen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
klage an
γ΄ ενικό πρόσωπο
klagt an
ενεστώτα μετοχή
anklagend
απλός αόριστος
klagte an
παθητική μετοχή
angeklagt
Παραδείγματα
Viele Menschen klagen Korruption an.
Πολλοί άνθρωποι κατηγορούν τη διαφθορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store