Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angucken
01
κοιτάζω, παρατηρώ
Etwas oder jemanden mit den Augen betrachten; bewusst anschauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
gucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gucke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
guckt an
ενεστώτα μετοχή
anguckend
απλός αόριστος
guckte an
παθητική μετοχή
angeguckt
Παραδείγματα
Guck nicht immer auf dein Handy!
Μην κοιτάς πάντα το τηλέφωνό σου!
02
εξετάζω, επισκοπώ
Etwas oder jemanden aufmerksam und detailliert betrachten, oft um Details zu verstehen oder zu analysieren
Παραδείγματα
Bevor du den Vertrag unterschreibst, guck ihn dir bitte genau an!
Πριν υπογράψεις το συμβόλαιο, παρακαλώ, ρίξε μια ματιά προσεκτικά!



























