Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
angucken
01
κοιτάζω, παρατηρώ
Etwas oder jemanden mit den Augen betrachten; bewusst anschauen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
gucken
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gucke an
γ΄ ενικό πρόσωπο
guckt an
ενεστώτα μετοχή
anguckend
απλός αόριστος
guckte an
παθητική μετοχή
angeguckt
Παραδείγματα
Kannst du mal kurz hierher gucken?
Μπορείς να ρίξεις μια ματιά εδώ γρήγορα ;
02
εξετάζω, επισκοπώ
Etwas oder jemanden aufmerksam und detailliert betrachten, oft um Details zu verstehen oder zu analysieren
Παραδείγματα
Der Mechaniker guckte sich den Motor genau an, um das Problem zu finden.
Ο μηχανικός κοίταξε προσεκτικά τον κινητήρα για να βρει το πρόβλημα.



























