Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Anblick
01
θέα, όψη
Das, was man sieht und wie etwas aussieht oder wirkt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Anblick(e)s
πληθυντικός τύπος
Anblicke
Παραδείγματα
Der Anblick der Berge war beeindruckend.
Η θέα των βουνών ήταν εντυπωσιακή.



























