Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Andacht
01
προσευχή, θρησκευτική τελετή
Eine kurze religiöse Feier oder stille Zeit zum Beten und Nachdenken
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Andacht
πληθυντικός τύπος
Andachten
Παραδείγματα
Jeden Morgen beginnt die Schule mit einer kurzen Andacht.
Κάθε πρωί, το σχολείο ξεκινά με μια σύντομη προσευχή.
02
συλλογισμός, διαλογισμός
ein Zustand ruhiger innerer Sammlung und konzentrierten Nachdenkens
Παραδείγματα
Er saß in stiller Andacht da.
Καθόταν εκεί σε σιωπηλή προσευχή.



























