Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anbieten
01
προσφέρω, προτείνω
Etwas geben oder sagen, dass jemand es haben kann
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
bieten
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
biete an
γ΄ ενικό πρόσωπο
bietet an
ενεστώτα μετοχή
anbietend
απλός αόριστος
bot an
παθητική μετοχή
angeboten
Παραδείγματα
Ich biete dir meinen Platz an.
Σου προσφέρω τη θέση μου.



























