anbauen
Pronunciation
/ˈanˌbaʊ̯ən/

Ορισμός και σημασία του "anbauen"στα γερμανικά

anbauen
01

καλλιεργώ

Pflanzen kultivieren und pflegen, um sie wachsen zu lassen
anbauen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
bauen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue an
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut an
ενεστώτα μετοχή
anbauend
απλός αόριστος
baute an
παθητική μετοχή
angebaut
Παραδείγματα
Bio-Bauern bauen ihre Produkte ohne Chemikalien an.
Οι βιολογικοί αγρότες καλλιεργούν τα προϊόντα τους χωρίς χημικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store