Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anbauen
01
καλλιεργώ
Pflanzen kultivieren und pflegen, um sie wachsen zu lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
bauen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
baue an
γ΄ ενικό πρόσωπο
baut an
ενεστώτα μετοχή
anbauend
απλός αόριστος
baute an
παθητική μετοχή
angebaut
Παραδείγματα
Wir bauen Gemüse in unserem Garten an.
Καλλιεργούμε λαχανικά στον κήπο μας.



























