Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aktion
[gender: feminine]
01
δράση, επέμβαση
Eine gezielte Handlung oder Tätigkeit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aktion
πληθυντικός τύπος
Aktionen
Παραδείγματα
Die Aktion des Helden wurde im Fernsehen gezeigt.
Η δράση του ήρωα προβλήθηκε στην τηλεόραση.
02
επιχείρηση, δράση
Eine geplante Reihe von Handlungen mit einem bestimmten Ziel
Παραδείγματα
Die Aktion " Saubere Stadt " findet nächste Woche statt.
Η δράση « Καθαρή Πόλη » θα πραγματοποιηθεί την επόμενη εβδομάδα.



























