Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aktivität
[gender: feminine]
01
δραστηριότητα, δράση
Eine Handlung oder Tätigkeit, die man bewusst ausführt
Παραδείγματα
Es gibt verschiedene Arten von Aktivität im Unterricht.
Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι δραστηριότητας στο μάθημα.


























