aktiv
ak
ˈak
ak
tiv
tɪf
tif

Ορισμός και σημασία του "aktiv"στα γερμανικά

01

ενεργός, δυναμικός

Mit Energie und Tatkraft handeln 
aktiv definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am aktivsten
συγκριτικός βαθμός
aktiver
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Energie, Sport
Παραδείγματα
Sie ist sehr aktiv im Sportverein. 

Είναι πολύ δραστήρια στο αθλητικό σύλλογο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store