die akrobatik
ak
ak
ak
ro
ʁo
ro
ba
ˈba:
ba
tik
tɪk
tik

Ορισμός και σημασία του "akrobatik"στα γερμανικά

01

ακροβατικά, ακροβατική τέχνη

körperliche Kunstfertigkeit mit anspruchsvollen Bewegungen, Sprüngen oder Balanceübungen 
die Akrobatik definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Akrobatik
Παραδείγματα
Er übt Akrobatik. 

Ασκείται στην ακροβατική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store