Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Akrobatik
[gender: feminine]
01
ακροβατικά, ακροβατική τέχνη
körperliche Kunstfertigkeit mit anspruchsvollen Bewegungen, Sprüngen oder Balanceübungen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Akrobatik
Παραδείγματα
Die Akrobatik im Zirkus ist eine Mischung aus Tanz, Akrobatik und Theater.
Η ακροβατική στο τσίρκο είναι ένα μείγμα χορού, ακροβατικής και θεάτρου.



























