Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aktivität
01
δραστηριότητα, δράση
Eine Handlung oder Tätigkeit, die man bewusst ausführt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aktivität
πληθυντικός τύπος
Aktivitäten
Παραδείγματα
Die Kinder zeigen viel Aktivität beim Spielen.
Τα παιδιά δείχνουν πολλή δραστηριότητα ενώ παίζουν.



























