die Aktivität
Pronunciation
/aktiviˈtɛːt/

Ορισμός και σημασία του "aktivität"στα γερμανικά

Die Aktivität
01

δραστηριότητα, δράση

Eine Handlung oder Tätigkeit, die man bewusst ausführt
die Aktivität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Aktivität
πληθυντικός τύπος
Aktivitäten
Παραδείγματα
Es gibt verschiedene Arten von Aktivität im Unterricht.
Υπάρχουν διαφορετικοί τύποι δραστηριότητας στο μάθημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store