die aktivität
ak
ak
ak
ti
ti
ti
vität
ˈvitɛ:t
vitet

Ορισμός και σημασία του "aktivität"στα γερμανικά

Die Aktivität
01

δραστηριότητα, δράση

Eine Handlung oder Tätigkeit, die man bewusst ausführt 
die Aktivität definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aktivitäten
γενική πτώση
Aktivität
Παραδείγματα
Die Kinder zeigen viel Aktivität beim Spielen. 

Τα παιδιά δείχνουν πολλή δραστηριότητα ενώ παίζουν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store