Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abwägen
01
ζυγίζω, αξιολογώ
Über etwas nachdenken und Vor- und Nachteile vergleichen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
wägen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wäge ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
wägt ab
ενεστώτα μετοχή
abwägend
απλός αόριστος
wog ab
παθητική μετοχή
abgewogen
Παραδείγματα
Wir müssen die Risiken gut abwägen.
Πρέπει να ζυγίσουμε καλά τους κινδύνους.



























