abwägen
Pronunciation
/ˈapˌvɛːɡn̩/

Ορισμός και σημασία του "abwägen"στα γερμανικά

abwägen
01

ζυγίζω, αξιολογώ

Über etwas nachdenken und Vor- und Nachteile vergleichen
abwägen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
wägen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wäge ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
wägt ab
ενεστώτα μετοχή
abwägend
απλός αόριστος
wog ab
παθητική μετοχή
abgewogen
Παραδείγματα
Es ist wichtig, die Folgen abzuwägen.
Είναι σημαντικό να ζυγίσεις τις συνέπειες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store