Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abwaschen
01
πλένω, καθαρίζω
Etwas mit Wasser und Reinigungsmittel säubern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
waschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wasche ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
wäscht ab
ενεστώτα μετοχή
abwaschend
απλός αόριστος
wusch ab
παθητική μετοχή
abgewaschen
Παραδείγματα
Der Regen wusch den Staub von den Blättern ab.
Η βροχή έπλυνε τη σκόνη από τα φύλλα.



























