die Absicht
Pronunciation
/ˈapzɪçt/

Ορισμός και σημασία του "absicht"στα γερμανικά

Die Absicht
[gender: feminine]
01

πρόθεση, σκοπός

Ein bewusster Plan oder Vorsatz, etwas Bestimmtes zu tun
die Absicht definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Absicht
πληθυντικός τύπος
Absichten
Παραδείγματα
Ohne böse Absicht handeln.
Να ενεργείς χωρίς κακή πρόθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store