Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ablegen
01
αναχωρώ, αποπλέω
Ein Schiff oder Boot aus einem Hafen oder von einem Anlegeplatz in Fahrt bringen und wegfahren lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt ab
ενεστώτα μετοχή
ablegend
απλός αόριστος
legte ab
παθητική μετοχή
abgelegt
Παραδείγματα
Nach dem Betanken wird das Schiff ablegen.
Μετά την ανεφοδιασμό, το πλοίο θα αναχωρήσει.
02
δίνω, παίρνω
Eine Prüfung oder ein offizielles Testverfahren formell durchführen und damit abschließen
Παραδείγματα
Er legte die Prüfung erfolgreich ab.
Πέρασε επιτυχώς τις εξετάσεις.



























