Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ablegen
01
αναχωρώ, αποπλέω
Ein Schiff oder Boot aus einem Hafen oder von einem Anlegeplatz in Fahrt bringen und wegfahren lassen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
legen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
lege ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
legt ab
ενεστώτα μετοχή
ablegend
απλός αόριστος
legte ab
παθητική μετοχή
abgelegt
Παραδείγματα
Das Kreuzfahrtschiff legt um 18 Uhr ab.
Το κρουαζιερόπλοιο αναχωρεί στις 18:00.
02
δίνω, παίρνω
Eine Prüfung oder ein offizielles Testverfahren formell durchführen und damit abschließen
Παραδείγματα
Sie hat gestern ihr Goethe-Zertifikat abgelegt.
Εκείνη έδωσε το πιστοποιητικό Goethe της χθες.



























