Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abgeben
01
παραδίδω, υποβάλλω
Etwas an eine bestimmte Person oder Stelle übergeben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt ab
ενεστώτα μετοχή
abgebend
απλός αόριστος
gab ab
παθητική μετοχή
abgegeben
Παραδείγματα
Sie müssen Ihre Hausaufgaben morgen abgeben.
Πρέπει να παραδώσετε τις εργασίες σας αύριο.
02
δίνω, παραδίδω
Jemandem etwas freiwillig überlassen
Παραδείγματα
Kannst du mir das Buch abgeben?
Μπορείς να μου δώσεις το βιβλίο;



























