Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abfragen
01
Informationen gezielt aus einer Datenbank, einem System oder von einer Person holen , -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
fragen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
fragte ab
παθητική μετοχή
abgefragt
Παραδείγματα
Das Programm fragt die Datenbank automatisch ab.
LanGeek



























