abfliegen
Pronunciation
/ˈapˌfliːɡən/

Ορισμός και σημασία του "abfliegen"στα γερμανικά

abfliegen
01

απογειώνομαι, αναχωρώ με αεροπλάνο

Ein Flugzeug startet und verlässt den Flughafen
abfliegen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
ab
βασικό ρήμα
fliegen
βοηθητικό ρήμα
either
α΄ ενικό πρόσωπο
fliege ab
γ΄ ενικό πρόσωπο
fliegt ab
ενεστώτα μετοχή
abfliegend
απλός αόριστος
flog ab
παθητική μετοχή
abgeflogen
Παραδείγματα
Die Maschine fliegt gerade ab.
Το αεροπλάνο απογειώνεται τώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store