Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Abfalleimer
01
σκουπιδοτενεκές, κάδος απορριμμάτων
Ein Behälter, in den man Müll oder Abfall wirft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Abfalleimer
γενική πτώση
Abfalleimers
Παραδείγματα
Der Abfalleimer steht in der Küche.
Ο κάδος απορριμμάτων βρίσκεται στην κουζίνα.
LanGeek



























