Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Abfahrt
[gender: feminine]
01
αναχώρηση, εκκίνηση
Der Moment, wenn ein Fahrzeug losfährt oder eine Reise beginnt
Παραδείγματα
Bei der Abfahrt bitte die Tickets zeigen.
Κατά την αναχώρηση, παρακαλώ δείξτε τα εισιτήρια.


























