das abenteuer
abenteuer
a:bəntɔʏɐ
abēntawu
abenteurer

Ορισμός και σημασία του "abenteuer"στα γερμανικά

01

περιπέτεια, αποστολή

Eine aufregende oder gefährliche Erfahrung, oft mit ungewissem Ausgang 
das Abenteuer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Abenteuer
γενική πτώση
Abenteuers
Παραδείγματα
Wir erlebten ein spannendes Abenteuer im Dschungel. 

Βιώσαμε μια περιπέτεια συναρπαστική στη ζούγκλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store