zurückfahrenzynisch
από 3
zurückfahrenzynisch
zurückfahren[v]
zurückgeben[v]

επιστρέφω,αποδίδω

zurückhalten[v]
zurückkehren[v]
zurzeit[adv]

προς το παρόν,αυτή τη στιγμή

zusagen[v]

αποδέχομαι,επιβεβαιώνω τη συμμετοχή

zusammen[adv]

μαζί,από κοινού

zusammenarbeit[n]

συνεργασία,κοινή εργασία

zusammenarbeiten[v]
zusammenbruch[n]

κατάρρευση,πτώση

zusammenfassen[v]

συνοψίζω,συνθέτω

zusammengehören[v]
zusammenhalt[n]
zusammenhalten[v]

διατηρώ μια ισχυρή σύνδεση ή ενότητα,μένουμε ενωμένοι

zusammenhang[n]

σχέση,σύνδεση

zusammenkommen[v]

συναντώμαι,συγκεντρώνομαι

zusammenleben[v][n]

συνυπάρχω,ζω μαζί • συνύπαρξη,συνύπαρξη

zusammenpassen[v]
zusammenstellen[v]
zusammenstoßen[v]
zusatz[n]

προσθήκη,συμπλήρωμα

zusätzlich[adj]

πρόσθετος,επιπλέον

zuschauen[v]

παρακολουθώ,παρατηρώ

zuschauer[n]

θεατής,παρατηρητής

zuschlag[n]

επιβάρυνση,συμπλήρωμα

zuschreiben[v]

αποδίδω,αναθέτω

zuschuss[n]

επιδότηση,επιχορήγηση

zustand[n]

κατάσταση,συνθήκη

zuständig[adj]

υπεύθυνος

zuständigkeit[n]

αρμοδιότητα,δικαιοδοσία

zustehen[v]

έχω δικαίωμα σε,αποκτώ

zustellen[v]

παραδίδω,διανέμω

zustellung[n]

παράδοση,διανομή

zustimmen[v]

εγκρίνω,συμφωνώ

zustimmung[n]

έγκριση, συγκατάθεση

zustrom[n]

εισροή

zutat[n]

συστατικό,συνιστώσα

zutreffen[v]

είναι σωστό,είναι αληθινό

zuverlässig[adj]

αξιόπιστος,ασφαλής

zuverlässigkeit[n]

αξιοπιστία,αξιοπιστία

zuvor[adv]

προηγουμένως,πριν

zuwanderung[n]

μετανάστευση,ροή μεταναστών

zuzahlung[n]
zuzug[n]
zvieri[n]
zwang[n]
zwangsläufig[adj][adv]
zweck[n]

σκοπός,πρόθεση

zwecklos[adv]
zweckmäßigkeit[n]
zwecks[prep]

για σκοπό,με σκοπό

zwei fliegen mit einer klappe schlagen[phrase]
zwei linke hände haben[phrase]
zwei-zimmer-wohnung[n]
zweifel[n]

αμφιβολία,αβεβαιότητα

zweifeln[v]

αμφιβάλλω,έχω αμφιβολίες

zweifelsohne[adv]
zweig[n]

κλαδάκι,μικρός κλάδος

zweimal[adv]

δύο φορές,δύο φορές

zweisprachig[adj]

δίγλωσσος,διγλωσσία

zweistellig[adj]
zweite[adj]

δεύτερος,δεύτερη

zweiteiler[n]
zweites standbein[phrase]
zweitsprache[n]

δεύτερη γλώσσα,δευτερεύουσα γλώσσα

zwetschge[n]
zwiebel[n]

κρεμμύδι,σχοινόπρασο

zwie­bel­sup­pe[n]

σούπα με κρεμμύδι,σούπα κρεμμυδιού

zwingen[v]

αναγκάζω,επιβάλλω

zwingend[adj]
zwinkern[v]

κλείνω το μάτι,κάνω νόημα με το μάτι

zwischen[prep]

ανάμεσα

zwischendurch[adv]

εν τω μεταξύ,πότε πότε

zwischenstopp[n]
zwischenzeitlich[adj]
zwitschern[v]
zwölfeck[n]

δωδεκάγωνο,σχήμα με δώδεκα πλευρές

zyklus[n]

κύκλος,περίοδος

zylinder[n]

κύλινδρος,κύλινδρος

zynisch[adj]

κυνικός,σαρκαστικός

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή