Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zutreffen
[past form: traf zu]
01
είναι σωστό, είναι αληθινό
Richtig oder wahr sein
Παραδείγματα
Es trifft zu, dass sie viele Probleme hat.
Αληθεύει ότι έχει πολλά προβλήματα.
02
εφαρμόζομαι, είμαι εφαρμόσιμος
Für eine bestimmte Situation oder Person gültig sein
Παραδείγματα
Seine Kritik trifft auf viele Firmen zu.
Η κριτική του ισχύει για πολλές εταιρείες.


























