zutreffen
Pronunciation
/tsuːtɾˈɛfən/

Ορισμός και σημασία του "zutreffen"στα γερμανικά

zutreffen
[past form: traf zu]
01

είναι σωστό, είναι αληθινό

Richtig oder wahr sein
zutreffen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
zu
βασικό ρήμα
treffen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
treffe zu
γ΄ ενικό πρόσωπο
trifft zu
ενεστώτα μετοχή
zutreffend
απλός αόριστος
traf zu
παθητική μετοχή
zugetroffen
Παραδείγματα
Es trifft zu, dass sie viele Probleme hat.
Αληθεύει ότι έχει πολλά προβλήματα.
02

εφαρμόζομαι, είμαι εφαρμόσιμος

Für eine bestimmte Situation oder Person gültig sein
Παραδείγματα
Seine Kritik trifft auf viele Firmen zu.
Η κριτική του ισχύει για πολλές εταιρείες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store