Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Zustimmung
[gender: feminine]
01
έγκριση, συγκατάθεση
Die positive Antwort oder Erlaubnis zu etwas
Παραδείγματα
Die schriftliche Zustimmung ist erforderlich.
Απαιτείται η γραπτή συναίνεση.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έγκριση, συγκατάθεση