Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
zusammenstoßen
01
-, -
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
zusammen
βασικό ρήμα
stoßen
βοηθητικό ρήμα
sein
απλός αόριστος
stieß zusammen
παθητική μετοχή
zusammengestoßen
Παραδείγματα
Das Boot stieß mit einem anderen Schiff zusammen.



























