Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zweck
[gender: masculine]
01
σκοπός, πρόθεση
Der Grund oder das Ziel, warum etwas gemacht wird
Παραδείγματα
Der Zweck des Gesetzes ist klar.
Ο σκοπός του νόμου είναι σαφής.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
σκοπός, πρόθεση