Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Zweck
01
σκοπός, πρόθεση
Der Grund oder das Ziel, warum etwas gemacht wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zwecke
γενική πτώση
Zweck(e)s
Παραδείγματα
Der Zweck dieses Treffens ist die Planung.
Ο σκοπός αυτής της συνάντησης είναι ο σχεδιασμός.
LanGeek



























