der zweck
zweck
tsvɛk
tsvek
dreckspecksnackfleck

Ορισμός και σημασία του "zweck"στα γερμανικά

01

σκοπός, πρόθεση

Der Grund oder das Ziel, warum etwas gemacht wird 
der Zweck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Zwecke
γενική πτώση
Zweck(e)s
Παραδείγματα
Der Zweck dieses Treffens ist die Planung. 

Ο σκοπός αυτής της συνάντησης είναι ο σχεδιασμός.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store