Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le rickshaw
01
ρίκσα, ποδήλατο ταξί
véhicule léger, souvent à trois roues, pouvant être tiré à la main, à vélo ou motorisé, utilisé pour transporter une ou deux personnes sur de courtes distances
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rickshaws
Παραδείγματα
Le rickshaw circule dans les ruelles étroites de la ville.
Το ρίκσα κυκλοφορεί στους στενούς δρόμους της πόλης.



























